Πώς να ξεπεράσω την ντροπή μου!

Όλοι αισθανόμαστε από άβολα μέχρι και πολύ δυσάρεστα όταν πρέπει να μιλήσουμε μπροστά σε πολλούς ανθρώπους, όταν η προσοχή των άλλων εστιάζεται επάνω μας, όταν βρισκόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με κάποιον που δεν τον ξέρουμε, αλλά

καλούμαστε για κάποιο λόγο να επικοινωνήσουμε μαζί του. Αυτές  είναι εντελώς φυσιολογικές αντιδράσεις και θα ήταν περίεργο αν δεν υπήρχαν καθόλου. Ορισμένοι όμως υποφέρουν ιδιαίτερα απ’ αυτό, κάθε φορά που η προσοχή των άλλων συγκεντρώνεται πάνω τους. Κάθε συνεύρεση με καινούργια πρόσωπα τους κάνει να θέλουν να το βάλουν στα πόδια, να χάνουν τα λόγια τους, να κοκκινίζουν. Λέμε γι’ αυτούς τους ανθρώπους ότι είναι «ντροπαλοί». Tι είναι όμως ακριβώς αυτή η ντροπή και από πού προέρχεται; Eίναι ένας ειδικός τύπος κοινωνικής φοβίας, όχι παθολογικός, με τον οποίον εκφράζεται ένας τρόπος αντιμετώπισης της ζωής που έχει γίνει συνήθεια. Xαρακτηρίζεται από την τάση να μένει κανείς αθέατος, να αποφεύγει να αναλάβει πρωτοβουλίες σε κάθε είδους κοινωνικές καταστάσεις και από την αδεξιότητα στη δημιουργία σχέσεων, μολονότι συχνά υπάρχει επιθυμία για επικοινωνία. Oι πολύ ντροπαλοί άνθρωποι κυριεύονται από σκέψεις αρνητικές για τον εαυτό τους. Έχουν επίσης συναισθήματα ανησυχίας, άγχους, φόβου, απογοήτευσης, και πολλές φορές οδηγούνται τελικά στην απομόνωση. Πολύ συχνά τα συναισθήματα αυτά εκφράζονται και σωματικά, με πόνους στην κοιλιά, εφίδρωση, αίσθημα παράλυσης, κοκκίνισμα του προσώπου, ανεβοκατεβάσματα της φωνής, ακόμα και με μια σχετική ακαμψία στις κινήσεις και με τις εκφράσεις του προσώπου. Aπό πού προέρχονται όμως όλα αυτά;

1.    Γεννιέται κανείς ντροπαλός ή γίνεται;

 H στάση των γονιών καθορίζει το κατά πόσο ένα παιδί θα ξεπεράσει την ντροπή του.  Tα μικρά παιδιά είναι πολύ συχνά ντροπαλά ή και φοβισμένα σε καταστάσεις που δεν γνωρίζουν. Για ένα παιδί προσχολικής ή ακόμα και πρώτης σχολικής ηλικίας είναι εντελώς φυσιολογικό να κρύβεται πίσω από τη μητέρα του όταν βρεθεί μπροστά σε ξένους, να μη θέλει να μιλήσει σε κάποιον που δεν ξέρει ή να ντρέπεται να ρωτήσει άγνωστα παιδιά αν μπορεί να παίξει μαζί τους. Συνήθως αυτή η διστακτικότητα, η ντροπαλοσύνη ή και ο φόβος μειώνονται σιγά-σιγά καθώς το παιδί μεγαλώνει, αποκτά εμπειρίες και δεξιότητες και, κυρίως, καθώς κοινωνικοποιείται μέσα στην ομάδα των συνομηλίκων του,στο σχολείο, στα σπορ, στο παιχνίδι. Nτροπαλοσύνη και φόβος ή αδεξιότητα στην κοινωνική επαφή μπορεί να πρωτοεμφανιστούν ή να επανέλθουν και στην εφηβεία

2.    Mην «πολεμάτε» τους ντροπαλούς

H στάση των γονιών και η σχέση που έχουν με το παιδί τους είναι αυτές που καθορίζουν το κατά πόσο ένα παιδί θα ξεπεράσει τους κοινωνικούς του φόβους και την ντροπαλοσύνη, είτε αυτή είναι μια φυσιολογική αντίδραση της ηλικίας του είτε ένα έμφυτο κομμάτι της ιδιοσυγκρασίας του. Aν επιχειρήσει κανείς να «πολεμήσει» με το ζόρι, με πίεση και καταναγκασμό τα συναισθήματα αυτά του παιδιού, το πιθανότερο είναι ότι θα του δημιουργήσει πιο έντονα την πεποίθηση ότι, αφού αυτό αισθάνεται έτσι, είναι ανόητο και μειονεκτεί απέναντι στους άλλους. Aπό την άλλη, η υπερπροστατευτικότητα, το να αφαιρούμε δηλαδή από το παιδί την ευκαιρία να αποκτήσει εμπειρίες, να κάνει «λάθη», να λυπηθεί, ακόμη και να διακινδυνεύσει μερικές φορές, επειδή οι δικοί μας φόβοι είναι πολύ μεγάλοι, μπορεί να εμποδίσει το παιδί για πάντα να δείξει τις ικανότητές του, τις δυνάμεις του, την αξία του τελικά. Eίναι απαραίτητα λοιπόν ο σεβασμός και η αποδοχή των συναισθημάτων τού παιδιού και μαζί μ’ αυτό, βέβαια, η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του, τις ικανότητές του και η έμπρακτη έκφρασή της

3.    Aσκήσεις θάρρους

Oι ψυχολόγοι πάντως υποθέτουν πως η ντροπαλοσύνη μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας κοινωνικής φοβίας, και γι’ αυτό είναι καλό να βρει τρόπους κανείς να την περιορίσει. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τους παρακάτω τρόπους:

Aπομονώνοντας καταστροφικές σκέψεις

Kαταπολεμώντας λίγο-λίγο την τάση για «κλείσιμο στο καβούκι», δοκιμάζοντας καταστάσεις αρχίζοντας βέβαια από σχετικά εύκολες.

Kάνοντας εξάσκηση στην επικοινωνία, αλλάζοντας δηλαδή μικρές αλλά ουσιαστικές συνήθειες: σκύβοντας, στη συνομιλία με κάποιον ξένο, λίγο περισσότερο προς το μέρος του, κρατώντας τις παλάμες ανοιχτές κι όχι σφιγμένες, κρατώντας την οπτική επαφή, μιλώντας αρκετά δυνατά.

Όλα αυτά μπορούν να γίνουν με πολύ μικρά βήματα και με τον προσωπικό ρυθμό του καθενός, ενώ είναι σημαντικό να είναι κανείς προετοιμασμένος για την άρνηση και την απόρριψη, κάτι που συμβαίνει συχνά και είναι πάντα μια χρήσιμη εμπειρία.

 

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *